Ο καρκίνος εξακολουθεί να είναι μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τη ζωή. Κι ενώ επιστημονικά επιτεύγματα μας φέρνουν όλο και πιο κοντά πλέον στην αποτελεσματική αντιμετώπισή του αυξάνοντας τον αριθμό αυτών που θεραπεύονται και  βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής τους, υπάρχουν περιπτώσεις που δεν είναι αντιμετωπίσιμες κυρίως λόγω της μη έγκαιρης διάγνωσης. Οι μισοί τουλάχιστον από τους καρκινοπαθείς βιώνουν πόνο σε κάποια φάση της νόσου.  Αυτός ο αριθμός αυξάνεται σε περίπου 80% στα προχωρημένα και μη αναστρέψιμα στάδια του καρκίνου. Σε μια πρόσφατη μελέτη, περισσότερο από το 25% των ασθενών τελικού σταδίου αναφέρουν πως ο πόνος και η ταλαιπωρία τους είναι «αφόρητα».

Ο πόνος είναι ένα υποκειμενικό σύμπτωμα που δεν μπορεί να μετρηθεί με κάποιο επιστημονικό όργανο παρά μόνο με την κλίμακα που εχει καθιερωθεί και είναι διαβαθμισμένη από το 1 έως το 10. Η τιμή 1 αναφέρεται στον ελάχιστο πόνο που βιώνει κάποιος και το 10 στην αφόρητη και μέγιστη αίσθηση του.  Είναι πολύ σημαντικό ο ασθενής να ενημερώνει τον γιατρό του όσον αφορά το μέγεθος και το είδος του πόνου που αισθάνεται και ο οποίος διαφέρει από άτομο σε άτομο. Κι αυτό γιατί εξαρτάται από τον τύπο του καρκίνου, τις πιθανές μεταστάσεις του, τις θεραπείες στις οποίες έχει υποβληθεί και τέλος την μοναδική εμπειρία που βιώνει ο καθένας. Έτσι το μέγεθος “4” για έναν ασθενή μπορεί ν’ αντιστοιχεί στο “7” για κάποιον άλλον που έχει τον ίδιο ακριβώς πόνο.

Η κλίμακα πόνου είναι πολύ χρήσιμη γιατί διευκολύνει την αξιολόγηση και τη θεραπεία των επιπέδων του πόνου  αξιολογώντας έτσι την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων που χορηγούνται ή των άλλων μέτρων ελέγχου του και την ανάγκη περαιτέρω αντιμετώπισης του.

Σύμφωνα με τις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ο κάθε άνθρωπος έχει  δικαίωμα στον έλεγχο του πόνου του απ’ όπου κι αν προέρχεται και όσο λίγο ή πολύ τον αντιλαμβάνεται.

Ωστόσο, για διαφόρους λόγους, πολλοί καρκινοπαθείς δεν λαμβάνουν την επαρκή φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση του ως μέρος της συνολικής φροντίδας τους.

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται κατά σειρά σύμφωνα με τις διεθνείς οδηγίες για την αντιμετώπιση του καρκινικού πόνου είναι:

  • 1) Τα μη οπιούχα φάρμακα, όπως η παρακεταμόλη ή ακεταμινοφένη τα οποία θα πρέπει να δοκιμάζονται πρώτα. Αυτό μπορεί να γίνει με ή χωρίς την ταυτόχρονη χορήγηση άλλων φαρμάκων  που χρησιμοποιούνται κυρίως για τη μείωση του άγχους και της κατάθλιψης η οποία συχνά συνυπάρχει.
  • 2) Εάν ο πόνος επιδεινωθεί ή δεν υποχωρήσει, μπορεί να προστεθεί ένα οπιοειδές που προορίζεται για τον ήπιο έως μέτριο πόνο, όπως η κωδεΐνη, και
  • 3) Εάν ο πόνος εξακολουθεί να επιδεινώνεται ή συνεχίζεται, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα ισχυρότερο οπιοειδές. Η μορφίνη και τα παράγωγα της για παράδειγμα, μπορεί να χορηγηθούν μαζί με μη οπιοειδή και αγχολυτικά.

Είναι πολύ σημαντικό για την καλύτερη αποτελεσματικότητα των φαρμάκων που περιορίζουν τον πόνο, αυτά να χορηγούνται συστηματικά και σε τακτά χρονικά διαστήματα και όχι όταν το μέγεθος του πόνου αυξάνεται. Αυτό σημαίνει ότι ο πόνος ειδικά στα τελικά στάδια θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με την εικοσιτετράωρη λήψη των παυσιπόνων γιατί έτσι μόνο αυτά  θα δράσουν σωστά.

Ωστόσο, πολλοί ασθενείς και φροντιστές τους δεν το κάνουν – για  λόγους  κυρίως που σχετίζονται με τον φόβο της χρήσης των ναρκωτικών . Σε τέτοιες όμως περιπτώσεις, οι ανησυχίες  σχετικά με τους κινδύνους των φαρμάκων για τη διαχείριση του πόνου περιορίζουν σημαντικά  την κατάλληλη φροντίδα των καρκινοπαθών.

■Πολλοί φοβούνται τις τυχόν παρενέργειες όπως η ναυτία, η δυσκοιλιότητα και η υπνηλία. Οι δύο πρώτες είναι εύκολα  αντιμετωπίσιμες , όσο για την υπνηλία είναι σημαντικότερο να είναι κάποιος υπνηλικός και ήρεμος από το να πονάει.

■ Κάποιοι φοβούνται ότι εάν χρησιμοποιήσουν ορισμένα φάρμακα τώρα, αυτά θα αποτύχουν να δράσουν αργότερα «όταν τα χρειάζονται πραγματικά.» Η αλήθεια είναι ότι εάν αναπτυχθεί ανοχή σε κάποια  φάρμακα, μπορούν τότε να χρησιμοποιηθούν άλλα ή ισχυρότερα που κυκλοφορούν πλέον αρκετά .

■ Εθισμός: Ασθενείς, ορισμένα μέλη της οικογένειας τους και ίσως μερικές φορές και κάποιοι επαγγελματίες υγείας ανησυχούν για τυχόν εθισμό σε ναρκωτικές ουσίες. Αυτή ενώ στην βάση της είναι μια σωστή ανησυχία,  δεν πρέπει να προβληματίζει κάποιον κατά τη διάρκεια της φροντίδας του καρκινοπαθούς όταν μάλιστα αυτός τα έχει πραγματικά ανάγκη και κυρίως στο τέλος της ζωής του.

Συμπερασματικά, οι ασθενείς και οι συγγενείς τους θα πρέπει να εμπιστεύονται τους επαγγελματίες υγείας που ασχολούνται με το αντικείμενο και να  γνωρίζουν πως σήμερα υπάρχουν αποτελεσματικά  φάρμακα, ασφαλείς συνδυασμοί φαρμάκων και άλλοι τρόποι αντιμετώπισης του καρκινικού πόνου από την αρχή μέχρι το τέλος της νόσου.

Όπως ο κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στην συνολική αντιμετώπιση της οποιασδήποτε ασθένειας του το ίδιο δικαίωμα έχουν όλοι  σ’ ένα αξιοπρεπές, ήρεμο και ανώδυνο τέλος.

ΝΕΛΛΗ ΕΥΘΥΜΙΟΥ

Διευθύντρια ΓΕΝ. ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ