Ο θεσμός του “προσωπικού γιατρού”, που φέρνει η σημερινή κυβέρνηση ακολουθώντας τα χνάρια της προηγούμενης, αντί για ένα θετικό μέτρο που θα καλύπτει τις βασικές ανάγκες μας και των οικογενειών μας στην Υγεία, στην πράξη αποτελεί ένα ακόμα σκαλοπάτι που βαθαίνει την εμπορευματοποίηση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.

Το Υπουργείο Υγείας μας λέει ότι:

  • «ο προσωπικός γιατρός παρέχει ολοκληρωμένη φροντίδα, από την πρόληψη, την ενημέρωση του ιατρικού φακέλου, την επίσκεψη, την εξέταση, τη συνταγογράφηση, την παραπομπή για εξετάσεις, για ειδικούς ιατρούς ή για νοσηλεία όταν υπάρχει ανάγκη…».

 

Όμως δεν λέει κουβέντα  πώς ακριβώς θα παρέχει όλο αυτό το πακέτο ο προσωπικός γιατρός όταν του αναλογούν μέχρι και 2000 άτομα μηνιαίως; Τι θα γίνεται όταν ο ασθενής χρειάζεται βοήθεια το βράδυ ή το Σαββατοκύριακο. Πώς θα αναλάβει τις υπηρεσίες πρόληψης, που είναι σύνθετες, και απαιτούν ένα πλέγμα επιστημόνων υγείας για να υλοποιηθούν και υλικοτεχνικής υποδομής.

 

  • «Θα μας επιβραβεύσουν αν εγγραφούμε στον προσωπικό ιατρό με προτεραιότητα δήθεν στα ραντεβού στις δημόσιες δομές υγείας”

 

Όμως πρόκειται για κούφια λόγια όταν οι δημόσιες Δομές Υγείας λειτουργούν χωρίς το αναγκαίο προσωπικό, χωρίς την απαραίτητη και σύγχρονη υλικοτεχνική υποδομή, όταν τα διαθέσιμα ραντεβού για μια μαστογραφία, μια μαγνητική, μία γαστροσκόπηση, είναι μετά από μήνες ….

 

  • «Η εγγραφή δεν είναι υποχρεωτική»

 

Όμως οι μη εγγεγραμμένοι θα έχουν πρόσθετη συμμετοχή στη φαρμακευτική δαπάνη, τις εξετάσεις και τις πράξεις στα ιδιωτικά κέντρα.

 

  • «η έλλειψη προσωπικού ιατρού είναι η αιτία της μαζικής προσέλευσης στα νοσοκομεία που εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία του συστήματος και ταλαιπωρούν τους ασθενείς».

 

Αλλά μας κρύβει ότι το υπαρκτό πρόβλημα της μαζικής προσέλευσης στις εφημερίες των νοσοκομείων δεν οφείλεται στην έλλειψη προσωπικού γιατρού, αλλά στα ξεχαρβαλωμένα και απαρχαιωμένα Κέντρα Υγείας, που δεν έχουν όλες τις ειδικότητες, τον απαραίτητο εξοπλισμό, δε λειτουργούν καν όλο το 24ωρο.

 

O θεσμός του «προσωπικού γιατρού» μπορεί να λειτουργήσει ουσιαστικά υπέρ της υγείας των γυναικών και των οικογενειών τους μόνο όταν αποτελεί βασικό πυρήνα ενός αναπτυγμένου, στελεχωμένου και εξοπλισμένου, αποκλειστικά δημόσιου και απολύτως δωρεάν συστήματος Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, που θα έχει ως κριτήριο την έγκαιρη, ασφαλή και αποτελεσματική αντιμετώπιση των λαϊκών αναγκών στην υγεία. 

            Αντί γι αυτό η εφαρμογή του σήμερα στη χώρα μας θα λειτουργήσει ως εργαλείο-κόφτης των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας. Η εμπειρία από άλλες χώρες όπου εφαρμόζεται ο θεσμός του ιατρού-πορτιέρη (gate-keeper) (π.χ. Μ. Βρετανία), δείχνει ότι πολλοί ασθενείς δε λαμβάνουν τις υπηρεσίες υγείας που χρειάζονται στον κατάλληλο χρόνο, αφού ο ίδιος ο ιατρός ελέγχεται και πριμοδοτείται με κριτήριο τα νούμερα, π.χ. πόσο λιγότερους θα παραπέμψει για εξετάσεις.

            Αντί γι αυτό φορτώνουν ένα κάρο αρμοδιότητες στους προσωπικούς γιατρούς τις οποίες είναι αδύνατο να φέρουν σε πέρας, σε βάρος της πρόληψης, της έγκαιρης διάγνωσης και θεραπείας.

Πρόκειται για το αποτέλεσμα της πολιτικής που αντιμετωπίζει τις ανάγκες τις δικές μας και των παιδιών μας ως «κόστος» για το κράτος και ως «όφελος» για τους επιχειρηματικούς κολοσσούς που δραστηριοποιούνται στον τομέα της Υγείας.

Βλάπτουν σοβαρά την υγεία μας, που αποτελεί εμπόρευμα αντί για κοινωνικό αγαθό.

Δεν ανεχόμαστε τίποτα λιγότερο για τη ζωή και την υγεία μας απ’ όσα μπορεί να εξασφαλίσει το σημερινό επίπεδο ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογίας σήμερα τον 21ο αιώνα. 

 

Ο Δημοκρατικός Σύλλογος Γυναικών (μέλος της ΟΓΕ) επισημαίνει την έλλειψη δυνατότητας εγγραφής στο θεσμό του “προσωπικού γιατρού” για την πόλη των Σερρών με ό,τι αυτό συνεπάγεται στα δικαιώματα των ασφαλισμένων.

Δεν είναι λογική κι εφικτή η μετακίνηση των πολιτών προς τα Κέντρα Υγείας της περιφέρειας για να εξυπηρετηθούν.

Η ανεπάρκεια του θεσμού συμβαδίζει με τη βαριά υποστελέχωση του Νοσοκομείου Σερρών και των κέντρων υγείας των Δήμων, σε κάποιες περιπτώσεις μη σύγχρονη αντικατάσταση ιατρικού εξοπλισμού, καθώς και με διακομιδές από το ΕΚΑΒ που δεν φτάνουν να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες.

Οι γυναίκες της πόλης αλλά και της περιφέρειας αναγκάζονται πολλές φορές να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη για να καταφύγουν στον ιδιωτικό τομέα.

Το πρόβλημα οξύνεται ακόμη περισσότερο όταν η οικονομική κατάσταση δεν επιτρέπει στη γυναίκα να προστατευτεί μέσω της έγκαιρης πρόληψης και διάγνωσης με τραγικά αποτελέσματα. Πολλές γυναίκες με αυταπάρνηση και αυτοθυσία βάζουν σε προτεραιότητα τις ανάγκες της οικογένειας (παιδιά, ΑΜΕΑ, ηλικιωμένοι) για να ανταπεξέλθουν στα έξοδα της κατά τα άλλα “δωρεάν παιδείας”, της γενικευμένης ακρίβειας, των χαρατσιών, της ενεργειακής κρίσης όλα συνακόλουθα της πολιτικής που εφαρμόζεται.

Η πρόληψη της υγείας (ειδικά καρκίνος μαστού που “θερίζει” και γυναικολογικός καρκίνος) αλλά και η κάλυψη των ιδιαίτερων αναγκών των γυναικών (προγεννητικός έλεγχος, ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, εγκυμοσύνη) πρέπει να αποτελούν ευθύνη του κράτους, να είναι δωρεάν με ποιοτικές παροχές σε οργανωμένες σύγχρονες υποδομές κι όχι ατομική ευθύνη και πρόσβαση ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα.

 

Διεκδικούμε συλλογικά και μαχητικά την κάλυψη των σύγχρονων αναγκών μας, γιατί η υγεία και η ζωή μας, η ζωή των παιδιών μας είναι πολύτιμες!

 

  • Κέντρα Υγείας με μόνιμο προσωπικό (ιατρών όλων των ειδικοτήτων, νοσηλευτών και βοηθητικού προσωπικού), με 24ωρη λειτουργία, με επαρκή υλικοτεχνική υποδομή, με αποκεντρωμένα ιατρεία και κινητές μονάδες για κατ’ οίκον επισκέψεις, που θα διαθέτουν:

– κέντρο οικογενειακού προγραμματισμού, εμβολιασμών, γυναίκας και παιδιού, ψυχικής υγείας, φυσιοθεραπευτήριο, φαρμακείο, παρέχοντας δωρεάν φάρμακα

– στελέχωση και εξοπλισμό για κάλυψη του προγεννητικού ελέγχου των εγκύων και τις ιδιαίτερες ανάγκες φροντίδας τους κατά την εγκυμοσύνη

– στελέχωση και εξοπλισμό για να πραγματοποιούνται κατ΄ οίκον επισκέψεις σε βαριά αρρώστους, ηλικιωμένους, ανάπηρους.

  • Μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού όλων των κλάδων και ειδικοτήτων για να στελεχωθούν πλήρως δημόσια νοσοκομεία, Κέντρα Υγεία, ΕΚΑΒ.
  • Μονιμοποίηση όλων των επικουρικών και των συμβασιούχων, όλων των εργαζομένων με ελαστικές σχέσεις εργασίας σε όλες τις δημόσιες δομές υγείας.