Ένα σπουδαίο τεχνικό έργο, ηλικίας 2.500 ετών, που μνημονεύεται στον Θουκυδίδη, εκσυγχρονίζεται και βγαίνει από τη λήθη και τη φθορά του χρόνου.

Πάνω της περπάτησε ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας όταν κυρίευσε την Αμφίπολη το 424 π.Χ. κι αργότερα τη διάβηκε ο Φίλιππος Β’ και οι επίγονοί του καθόλη τη διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου που η πόλη ήταν τμήμα του μακεδονικού βασιλείου και κέντρο του μακεδονικού εμπορίου.

Στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους πέρασε από εκεί -το 49/50 μ.Χ.- ο Απόστολος Παύλος πηγαίνοντας από τους Φιλίππους στη Θεσσαλονίκη και τον 9ο αιώνα Σλάβοι ηγεμόνες που επέδραμαν με βιαιότητα, ενώ τον 13ο-14ο αιώνα από το κατάστρωμά της περνούσαν καθημερινά μοναχοί και ηγούμενοι, καθώς ο χώρος της Αμφίπολης ήταν τμήμα των μετοχίων μονών του Αγίου Όρους.

Ήταν η ξύλινη γέφυρα της Αμφίπολης για την οποία η πρώτη γραπτή αναφορά υπάρχει στον Θουκυδίδη (Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου ΙV, 103) και με βάση αυτή τη μαρτυρία η χρονολόγησή της τοποθετείται στους κλασικούς χρόνους και συγκεκριμένα στο τέλους του 5ου π.Χ. αιώνα (480-323 π.Χ.).

Ο Θουκυδίδης μάλιστα αναφέρει ότι ήταν κομβικό σημείο για την έκβαση του Πελοποννησιακού Πολέμου, όταν ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας επικράτησε του Κλέωνα και εξασφάλισε πρόσβαση μέσω αυτής στην πόλη και στο λιμάνι της Αμφίπολης. Εκτός του Θουκυδίδη αναφορές υπάρχουν και σε άλλους γνωστούς αρχαίους συγγραφείς, στον Ηρόδοτο, στον Ευριπίδη, αλλά και αργότερα στην “Αλεξάνδρου Ανάβασις” του Αρριανού, όπου περιγράφεται η διέλευση του Στρυμόνα από τον Μεγαλέξανδρο στην εκστρατεία του προς την Ασία.

Μετά την ήττα των Μακεδόνων στην Πύδνα το 168 π.Χ. η Αμφίπολη έγινε μέρος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και διατήρησε τη σημασία και τη σπουδαιότητά της, λόγω της θέσης της και της έντονης ανάπτυξής της, στην οποία συντέλεσε και η διέλευση της Εγνατίας Οδού.

Επισκευαστικές εργασίες έγιναν τόσο κατά τους ελληνιστικούς όσο και στους ρωμαϊκούς χρόνους από τον Αυτοκράτορα Αύγουστο (27π.Χ.-14 μ.Χ.) ή τον Τιβέριο (14 μ.Χ-37 μ.Χ.), αλλά και στους βυζαντινούς χρόνους, όπου πολλά μοναστήρια του Αγίου Όρους διατηρούσαν μετόχια στην περιοχή και εκμεταλλεύονταν μεγάλες εκτάσεις.

Το 1861 ωστόσο πρέπει να είχε ήδη καταστραφεί ή να ήταν σε πολύ κακή κατάσταση όπως μαρτυρούν οι περιγραφές του Γάλλου αρχαιολόγου Léon Heuzey που μαζί με τον αρχιτέκτονα Honoré Daumet περιηγούνταν στη Μακεδονία και αναφέρουν ότι το πέρασμα του ποταμού γινόταν με σχεδίες κοντά στην περιοχή των δύο βυζαντινών πύργων.

Η γέφυρα ένωνε τις όχθες του ποταμού Στρυμόνα συνδέοντας την πόλη με το λιμάνι και ο ρόλος της στην οικονομική και εμπορική ανάπτυξη της πόλης ήταν σημαντικός, αφού η εξαγωγή της ναυπηγήσιμης ξυλείας και του μεταλλευτικού αποθέματος του όρους Παγγαίου προς την ενδοχώρα και τον νότιο ελλαδικό χώρο γινόταν μέσω των υδάτινων διαδρομών.

Ήταν οργανικά συνδεδεμένη με την Πύλη Γ΄ της Αμφίπολης, η οποία κατασκευάστηκε προφανώς μαζί με την επέκταση του τείχους του 424-422 π.Χ., σύμφωνα πάντα με την περιγραφή του Θουκυδίδη, ώστε να ενισχυθεί η άμυνα του περάσματος. Προκειμένου μάλιστα να προστατευτεί από τις πλημμύρες του ποταμού Στρυμόνα ενισχύονταν με ξύλινους πάσσαλους σφηνωμένους στο αμμώδες έδαφος της περιοχής.

Η ξύλινη γέφυρα της Αμφίπολης είχε μήκος 275 μέτρα, πλάτος 5,5-6 μέτρα και ήταν φτιαγμένη από εκατοντάδες ξύλινους πάσσαλους τα άκρα των οποίων ήταν πελεκημένα, ώστε να καταλήγουν σε αιχμή τοποθετημένη ενίοτε σε σιδερένια κεφαλή, επίσης αιχμηρή.

Οι ανασκαφές και οι 101 πάσσαλοι που διασώζονται ώς σήμερα

Τα πρώτα αρχαιολογικά δεδομένα της γέφυρας ήρθαν στο φως κατά τη διάρκεια των ανασκαφών από τον Δημήτρη Λαζαρίδη -που έχει ταυτίσει το όνομά του με την ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου της Αμφίπολης- το 1977-1978, όταν και αποκαλύφθηκε η πασσαλόπηκτη υποδομή της. Τα στοιχεία που βρέθηκαν -πάσσαλοι, κορμοί δέντρων και δοκοί- ήταν πάνω από 1.250 αλλά η κατάσταση διατήρησής του δε ήταν για όλα καλή. Στην επιφάνεια βγήκαν μόνο 220 πάσσαλοι. Η υγρασία του εδάφους, που ήταν δίπλα στο ποτάμι, διατήρησε τα ξύλα σε πολύ καλή κατάσταση, όταν ωστόσο εκτέθηκαν στο εξωτερικό περιβάλλον αλλοιώθηκαν και επήλθε η φθορά.

Σήμερα 101 πάσσαλοι και εκμαγεία πασσάλων της υποδομής, διατηρούνται και βρίσκονται σε τμήμα του αρχαιολογικού χώρου της Αμφίπολης πολύ κοντά στο σημείο της αρχικής τους θέσης κατά την αρχαιότητα.

Οι πάσσαλοι έχουν βρεθεί στις όχθες του ποταμού και εκτιμάται ότι πάνω σε αυτούς πρέπει να είχε αναπτυχθεί ένα σύστημα διαδοκίδας (με σταυρωτά δοκάρια), όπου θα στερεώνονταν το ξύλινο κατάστρωμα. Λόγω των καταστροφών οι αρχαιολόγοι δεν γνωρίζουν τη συνέχεια της γέφυρας μέσα στο ποτάμι, καθώς επίσης και στην απέναντι όχθη.

Οι πάσσαλοι βρίσκονται σήμερα τοποθετημένοι στη σειρά, καλυμμένοι με μεταλλικό στέγαστρο, το οποίο τοποθετήθηκε τη δεκαετία του 1970 και χρήζει αντικατάστασης.

Το υπουργείο Πολιτισμού ενέταξε την αντικατάσταση του στεγάστρου στο Ταμείο Ανάκαμψης, σε ένα έργο προϋπολογισμού 1,2 εκατ. ευρώ, την εποπτεία υλοποίησης του οποίου θα έχει η Εφορεία Αρχαιοτήτων Σερρών, και το θέμα συζητήθηκε κατά την τελευταία συνεδρίαση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Το στέγαστρο θα είναι μεταλλικό, συνολικού εμβαδού περίπου 800 τ.μ., διαστάσεων 17μ. Χ 46,60 μ., με μέγιστο ύψος 4.30 μέτρα και ελάχιστο 3 μέτρα.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η εγκατάσταση του νέου στέγαστρου έχει ως στόχο τον σεβασμό προς την ιστορικότητα του μνημείου, την ανάδειξη της αρχιτεκτονικής του μορφολογίας και γενικά των αξιών του, την αρμονική ενσωμάτωση στο φυσικό τοπίο του χώρου, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την αποκάλυψή του, καθώς και την εξασφάλιση της απαραίτητης προστασίας σε αυτό.

Εξωτερικά του στεγάστρου θα τοποθετηθούν χιαστί σύνδεσμοι δυσκαμψίας (αντιανέμια) και ανάμεσα στα υποστυλώματα ένα πλέγμα ορθογωνικής κοπής για την προστασία του μνημείου από πουλιά και ζώα. Η επιλογή του πλέγματος αυτού έγινε αφενός για να μην εμποδίζεται η θέαση του μνημείου με τους πασσάλους, καθώς ο χώρος είναι επισκέψιμος κι αφετέρου για να εξασφαλιστεί η απαραίτητη προστασία του.

Πηγή: Voria.gr