Επικοινωνία: info@serraikanea.gr

Πολιτισμος

Σέρρες, Χρύσα Δημουλίδου: «Κοίτα μην κάνεις μαλακία να δουλέψεις τζάμπα. Να παλέψεις για τη δουλειά σου»

Ο Σάββας Πούμπουρας, η σύζυγος του πολιτικού και η κυρία της ΕΡΤ που ξεκωλώθηκε στα γέλια με το τρύπιο παπούτσι


Μια διδακτική ιστορία από τον ζωγράφο και εικονογράφο Νίκο Γιαννόπουλο με αφορμή τα όσα είπε ο Σάββας Πούμπουρας για τη δωρεάν εργασία*: Να σας πω τώρα μια ιστορία μια και πιάσαμε με τη μ@λ@κι@ του Σάββα για την εργασία. Εγώ ήμουν στο τμήμα ηλ. μηχανικών (το μηχανογραφικό μου είχε συμπληρώσει ο πατέρας μου) καθώς η ενασχόληση με την τέχνη ήταν στο σπίτι ταμπού. “Οι ζωγράφοι πεινάνε, τέλος” ήταν η απάντηση που έπαιρνα κάθε φορά που έθετα το θέμα “θέλω να δώσω στην καλών τεχνών” στο μεσημεριανό τραπέζι. Anyway πήγα εκεί που μου παν, τελείωσα, και με ετοίμαζε ο πατέρας για την αγορά εργασίας (πού θα με χώσει εν ολίγοις, σε κανά δημόσιο ή κάτι, σαν μηχανικό). Τελειώνοντας εγώ, τους είπα πως τα παρατάω. Με τούτα και με κείνα….ας πούμε πως…πήρα τον πούλο απ το σπίτι. Ήμουν με τη γυναίκα μου τότε (απο τα 14 μαζί) και μείναμε στο σπίτι του παππού της. Οι γονείς της, ακόμα χειρότερα χάλια. Βρήκαμε λοιπόν στήριξη -ένα πιάτο φαί- και αγάπη από τη γιαγιά της.

Ξεκίνησα να ετοιμάζω όσο ήμασταν εκεί ένα portfolio και πήγαινα από εκδότη σε εκδότη να το παρουσιάζω. Οι μισοί δεν δέχονταν καν να με δουν. Οι άλλοι ξεκαθάριζαν πως θα δουλεύω χωρίς μισθό και θα πληρώνομαι σε exposure (όσοι ασχολείστε με τέχνη ξέρετε τι σας λέω…πολύ καλά). “Δεν φτάνει που θα σε προωθούμε, θα αποκτάς κοινό, χώρο στα βιβλιοπωλεία, συνεντεύξεις κτλ θα πληρώνεσαι κιόλας; αυτό δεν είναι πληρωμή;” μου χε πει ένας. Δεν δέχτηκα. Έψαξα, βρήκα ανθρώπους του βιβλίου, που τους πιο πολλούς τους ξέρετε, τους διαβάζετε, γράφετε για αυτούς εδώ πολύ ωραία πράγματα κτλ. Όλοι του ποιοτικού βιβλίου αλλά και κάποιοι που το παίζουν κουλ κουλτουρομαγκιά. ΟΛΟΙ μου παν -χωρίς υπερβολή- αγόρι μου έτσι έχει εδώ. Αν θες το κάνεις τζάμπα, και ότααααααααν γίνεις γνωστός μπορεί να πληρώνεσαι. Φυσικά ούτε λόγος για τιπ της δουλειάς ή κάποια βοήθεια. Όλοι γυρνούσαν την πλάτη. Κάποιοι με έβριζαν, με κορόιδευαν, μια κυρία (σύζυγος πολιτικού…) που είναι στον χώρο μάλιστα μου ‘χε γράψει (το κάνω αντιγραφή επικόλληση εδώ) “δεν είμαστε εδώ αγόρι μου να ασχολούμαστε με τον κάθε κακομοίρη. Πήγαινε να κουβαλήσεις κανά σακί αυτά δεν είναι για όλους” ή μια κυρία της ΕΡΤ σε γραφείο εκδότη που είχε ξεκωλιαστεί στα γέλια με το τρύπιο μου παπούτσι. Γενικά βοήθεια πουθενά, και το μόνο καλό που άκουγα ήταν “αμισθί και βλέπουμε”. Απογοητευμένος κάθε φορά που το συζητούσα αυτό με τη γιαγιά της γυναίκας μου αγρίευε. Της έλεγα “γιαγιά, δεν γίνεται, κάπως πρέπει να αρχίσω”. Και κάθε φορά μου λεγε, ποιος θα σε σεβαστεί αν πας να δουλέψεις για αυτόν τζάμπα; μην αφήσεις κανέναν να σε εκμεταλλευτεί. Ο αγώνας σου, και κάθε παιδιού εκεί έξω, αξίζει να πληρώνεται. Είναι πολύ μικρή η ζωή για να σε εκμεταλλεύονται παιδάκι μου. Με τούτα και με κείνα, επικοινώνησα με τη Χρύσα τη Δημουλίδου και της έδειξα τη δουλειά μου. Είχα δει και αποδει από τους κουλτουριάρηδες βλέπετε. Πήρα απάντηση τσακ μπαμ. “Φίλε είσαι νέος άνθρωπος και προσπαθείς, μου αρέσει η δουλειά σου. Θα την προωθήσω σε δυο εκδότες που ξέρω. Και κοίτα μην κάνεις μαλακία να δουλέψεις τζάμπα. Να παλέψεις για τη δουλειά σου”. Αυτό δεν το περίμενα. Πήρα τόσο θάρρος. Και επιτέλους κάποιος μου χε απαντήσει. Ο μεγάλος εκδότης που με προώθησε η Χρύσα δεν με πήρε. Χρόνια μετά βέβαια υπέγραψα μαζί του από μόνος μου πια, και εκεί κιόλας έμαθα του λόγου το αληθές, πως πραγματικά η Δημουλίδου είχε μιλήσει για μένα, όπως μου χε πει ότι θα κάνει για να με βοηθήσει.

Πάμε όμως μια πάλι πίσω. Που λέτε πήρα τόσο θάρρος τότε που αρνήθηκα ΌΛΕΣ τις αμισθί προτάσεις. Έκανα ό,τι έβρισκα από δουλειές του ποδαριού, έκοβα ξύλα, μάζευα ελιές, κουβαλούσα σακιά στο χωριό και μετά Αθήνα σε εκδότες ξανά και ξανά. Έλεγα τόσα παίρνω, αν θέτε. Και με έδιωχναν μέχρι που ένας με πήρε. Και με ένα καλό κασέ. Δεν ήμουν ευχαριστημένος με τα χρήματα αλλά ήταν μια αρχή. Ήταν χρήματα αληθινά. Ξεκίνησα να χτίζω την ζωή μου, να αγοράζω χαρτιά, χρώματα, πινέλα. Σιγά σιγά, όλα πήραν σειρά. Απο εκεί έγιναν όλα. Και έγιναν ενώ πληρωνόμουν. Έμαθα όσο δούλευα, έκανα το δικό μου κοινό, πήρα βραβεία, έκανα ανατυπώσεις στα βιβλία μου, ανέβασα το κασέ μου, και έδωσα αξία στον χρόνο και στον κόπο μου. Εν ολίγοις, μην ακούτε τις μαλακίες που σας λένε. Ο κόπος σας αξίζει. Και μην σας πιάνουν κότσο με τα “να μάθεις τη δουλειά”. Την δουλειά την μαθαίνεις όσο εργάζεσαι ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΕΙΣ για να παίρνουν τα κέρδη έτσι και αλλιώς οι άλλοι. Για το κάθε τι που κάνεις, για την δουλειά σου, για την ιδέα σου, για τον κόπο σου, αξίζεις και πρέπει να πληρώνεσαι. Και δεν σας λέω εγώ τώρα για τον Σάββα. Αυτόν δεν το παίρνει κανείς στα σοβαρά. Αλλά αυτή η μαλακία “δούλεψε τζάμπα μέχρι να” παίζει πολύ τριγύρω γιατί βολεύει τους εκμεταλλευτές. Μην τους κάνετε το χατήρι.

*Απο το Twitter του ζωγράφου – εικονογράφου Νίκου Γιαννόπουλου

Τα www.SerraikaNea.gr είναι μια διαδικτυακή ενημερωτική πύλη με ειδήσεις που αφορούν στις Σέρρες.