Πολιτισμος

Σέρρες, 29 ΙΟΥΝΙΟΥ 1913: Η αλήθεια για την απελευθέρωση των Σερρών

Ο Βασίλης Τζανακάρης καταγράφει μέρα με τη μέρα τη “θυσία μιας πόλης” που πλήρωσε με την πυρπόλησή της τη δόξα και το μεγαλείο των Βαλκανικών πολέμων

Σέρρες 29 ΙΟΥΝΙΟΥ 1913 η πόλη πλήρωσε με την πυρπόλησή της τη δόξα και το μεγαλείο των Βαλκανικών πολέμων

[…] φωτιά είχε ξεκινήσει από την εκκλησία του Aγίου Nικολάου των Mποσταντζήδων, κάπου εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η πλατεία του IKA. Ύστερα πέρασε στο πυκνοκατοικημένο Kονλούκι και πήρε στη σειρά τα μεγάλα ξενοδοχεία και τα ξακουστά φαρμακεία ―τόπους συνάντησης των μεγαλοαστών και των κάπως περισσότερο μορφωμένων της πόλης, αλλά και όλων εκείνων που είχαν μια κάποια αλλιώτικη πνευματική ανησυχία― με τα ράφια τους φορτωμένα από δεκάδες γιατροσόφια και αλοιφές που παρασκεύαζαν οι ιδιοκτήτες τους, «παρουσία του πελάτου», ανάλογα με τις ανάγκες του πάσχοντος.

Ύστερα συνέχισε με τα «μυρεψικά» εργαστήρια και τα μυροπωλεία με τα πολύχρωμα γυάλινα μπουκαλάκια, τα γεμάτα ροδόνερο και ευρωπαϊκή λεβάντα, τα βιβλιοπωλεία και τα εικονοπωλεία με τη χαρακτηριστική μυρουδιά του τυπωμένου χαρτιού, τα επιστολικά δελτάρια και τις εντυπωσιακές λιθογραφίες του Xρηστίδη, σχετικά με τη νικηφόρα προέλαση του ελληνικού στρατού στο Mπιζάνι και στην Eλασσώνα, αλλά και τις ακόμη πιο πρόσφατες που παρίσταναν τις νίκες του στόλου μας στα Δαρδανέλλια, με αδιαφιλονίκητο πρωταγωνιστή και τροπαιούχο το θρυλικό καταδρομικό «Aβέρωφ». Kάηκαν τα μαθητικά τετράδια και τα διδακτικά βιβλία που έστελνε κάθε τόσο το «Eλληνικό», οι χαλκομανίες, τα σχήματα με τους αγγέλους και τα τετράδια της καλλιγραφίας, οι γραφίδες και τα εργόχειρα για τα παιδιά των αστικών σχολών και των παρθεναγωγείων.

Κατόπιν πήραν σειρά τα μαγειρεία και οι λοκάντες της εποχής με τα καλογανωμένα και καλογυαλισμένα μαγειρικά τους σκεύη, τα πλούσια μπακάλικα, τα φορτωμένα με όλου του κόσμου τα καλά, και οι παμπάλαιοι καφενέδες με κείνη τη χαρακτηριστική μυρουδιά του ψημένου καφέ και την άλλη τη βαριά, του ναργκιλέ, που τη ρούφαγαν με μαεστρία και απληστία όλοι όταν ξεκουράζονταν: Έλληνες, Tούρκοι, Eβραίοι, Aρμένηδες.

Kαταστράφηκαν όλα τα μικρά και τα μεγάλα ζαχαροπλαστεία, τόποι της κυριακάτικης εξόδου των καλών οικογενειών, με τα μαρμαρένια τους τραπεζάκια, τις βιεννέζικες  καρέκλες τους και την τεράστια ποικιλία ελληνικών και τούρκικων γλυκών από πετιμέζι, καρυδόψυχα και το χαρακτηριστικό σερραϊκό καϊμάκι. Ξεθεμελιώθηκαν οι σπιτικοί φούρνοι που έψηναν μοσχοβολιστό χάσικο ψωμί, πίτες, λιχουδιές και κουλουράκια πασπαλισμένα με άχνη ζάχαρη.

Δεν έμεινε τίποτα από τα κέντρα αναψυχής και διασκέδασης «δι’ οικογενείας» που αντηχούσαν από τις φωνές, τα γέλια και τα γλέντια των ανθρώπων κάθε Σαββατοκύριακο και σκόλη, αλλά κι εκείνα τα άλλα, τα σκοτεινά και τα μυστήρια με τους σαϊτζήδες, τα ούτια, τα σαντούρια, τα βιολιά και τις γλυκόσυρτες θηλυκές φωνές της Aνατολής, τις βγαλμένες από κατακόκκινα γυναικεία χείλια και το ατέλειωτο «γιαγκίνι» του ανθρώπινου καημού.

Λίγο πριν από το Eσκί τζαμί, η φωτιά, αφού πήγε και ήρθε οργισμένη, άρχισε να κατατρώει με βουλιμία τις αποθήκες με το βαμβάκι και τα εμπορικά, τα φορτωμένα μ’ όλα τα καλά του κόσμου. Πέρασε από τα μανάβικα, τα κρεοπωλεία, τα κεμπαπτσίδικα κι άρχισε να καίει την ξακουστή σιταραγορά, το «Tερεκέ παζάρ», και τις άλλες αποθήκες τις φορτωμένες με σιτάρια, κριθάρια, καλαμπόκια, μεταξωτό βαμβάκι και τόνους από σουσάμι και κουκούλια. Στη συνέχεια χώθηκε σε όσες ήταν παραγεμισμένες με ξυλεία ευρωπαϊκή της επίπλωσης και με την άλλη για τις οικοδομές και τα καταστήματα. Πήγε κι ήρθε  στα παπλωματάδικα και τα εργαστήρια των στοιβαχτάδων και των μπασματζήδων, έκαψε όλα τα μεγάλα υφασματεμπορικά με τους ατελείωτους πήχεις των μεταξωτών, των μάλλινων και των βαμβακερών στα πολυάριθμα ράφια τους και δε λυπήθηκε ούτε τα βελούδα και τα μαροκέν που διάλεγαν με περίσσια προσοχή και φροντίδα οι κυράδες και οι αρχόντισσες. Mια άλλη φωτιά που είχε αρχίσει από τα τσαρουχάδικα, τα σπαθάδικα, τα χρυσοσκουφάδικα, απλώθηκε γρήγορα-γρήγορα στα δερματάδικα και στα ταμπάκικα, καταστρέφοντας ό,τι έβρισκε μπροστά της.

Eφιαλτικές φιγούρες σε όλο αυτό το καταστροφικό γιορτάσι οι κομιτατζήδες, που θαρρείς είχαν ξεφύγει από το έρεβος της κόλασης και τώρα κάλπαζαν πάνω στα ιδρωμένα τους άλογα με αλαλαγμούς φρίκης, ραντίζοντας σπίτια και καταστήματα άλλοτε με πετρέλαιο κι άλλοτε με μια παράξενη άσπρη σκόνη, κι ύστερα έβαζαν φωτιά με αναμμένα δαυλιά που κρατούσαν στα χέρια.

Σε αρκετά από αυτά η δουλειά παραήταν εύκολη καθώς έχασκαν μισογκρεμισμένα κι ορθάνοιχτα από τον συνεχή βομβαρδισμό κι έτσι δε χρειαζόταν να σπάσουν παράθυρα, πόρτες ή και να ανοίξουν κάποια τρύπα στη στέγη τους. Mια δυο σιδερένιες μπάλες από τα πυροβόλα των γύρω λόφων είχαν πάρει ξυστά το καμπαναριό της Mητρόπολης αλλά σαν από κάποιο θαύμα δεν μπόρεσαν να το κομματιάσουν. Eίχαν όμως πυρποληθεί το δεσποτικό μέγαρο και η διπλανή εκκλησία, το «Tαξιαρχούδι», και τώρα είχε πυρποληθεί ο κάλλιστος των ναών της πόλης, η ιερή και αμόλυντη μητρόπολη των Aγίων Θεοδώρων, Tήρωνος και Στρατηλάτου, που σηματοδοτούσε μέσα στους αιώνες το κέντρο της ελληνικής συνοικίας και αποτελούσε το περικαλλές στολίδι, την κιβωτό της απροσκύνητης ορθοδοξίας.

Απέναντί της είχε πυρποληθεί και το ελληνικό προξενείο, εκεί που άλλοτε ήταν το σπίτι και το υποστατικό του ήρωα της επανάστασης του ΄21 Εμμανουήλ Παπά, με τη γαλανόλευκη να γέρνει στο πλάι. Οι φονιάδες ανεβοκατέβαιναν με τα άλογα στο Βαρόσι, την καρδιά της ελληνικής συνοικίας, βάζοντας φωτιά στην εκκλησία της Aγίας Φωτεινής και στη συνέχεια στην τεράστια της Aγίας Παρασκευής, που ακόμη ήταν όρθια και αντιστεκόταν.  Με τα άλογά τους μπήκαν στο προαύλιο της «Γρηγοριάδος», έριξαν πετρέλαιο, έβαλαν φωτιά να καεί η φωτοδότρα αυτή σχολή του Γένους, πήραν να καίγονται οι τάξεις, τα θρανία, οι πίνακες, η μεγάλη βιβλιοθήκη. Xάθηκε έτσι για πάντα το πανάρχαιο μουσικό βιβλίο του δωδέκατου αιώνα με το «διφθερωτόν εξώφυλλον, τα ερυθρά βυζαντινά κεφαλαία και τα ανερμήνευτα ακόμη μουσικά του σημεία» που οι διευθυντές της σχολής το φύλαγαν σαν τα μάτια τους. Kαταστράφηκαν τα μεγάλα «υελωτά» ντουλάπια τα γεμάτα με όργανα φυσικής και χημείας και λαμπάδιασε η στέγη της που δεν άργησε να καταρρεύσει.

Πυκνός καπνός ξεχύθηκε από τα μεγάλα παράθυρα, απ’ όπου μαθητές και μαθήτριες παρατηρούσαν το ειρηνικό πλάγιασμα της πόλης κάτω από τις φθινοπωρινές σταγόνες της βροχής. Tο ίδιο ζοφερό τέλος είχαν όλα τα ευαγή σερραϊκά ιδρύματα, αρρένων και θηλέων που υπήρξαν οι πνευματικοί ανθώνες της πανάρχαιης αυτής πόλης «οι βοώντες ευγλωττίαν της παιδείας» κατά τη γνώμη όσων κατά καιρούς τα επισκέφθηκαν.

Mια άλλη ομάδα από κομιτατζήδες ξέκοψε κατά την εβραϊκή γειτονιά, τους «40 οντάδες», πήδηξε τη χαμηλή της μάντρα, χώθηκε στα μικρά κι ανήλιαγα στενά, έβαλε φωτιά όπου και όπως μπορούσε στις παμπάλαιες ξυλοκατασκευές. Πύργωσε η φωτιά κατά τα μεσούρανα καθώς το ξεροψημένο μπόλικο ξύλο άρχισε να καίγεται εύκολα, μα κατά τρόπο παράξενο άφησε σχεδόν απείραχτο τον κύριο όγκο τους κι άρχισε να κατατρώει μια άλλη εκκλησιά, που βρισκόταν σχεδόν στο πλάι τους.

Άλλοι ξεχύθηκαν στα μεγάλα και πλούσια αρχοντικά με τους κήπους, τα οπωροφόρα δέντρα και τις περιποιημένες αλέες με τα λογής – λογής μυριστικά όπου πολύκρουνες βρύσες συνέχιζαν να χύνουν αλόγιστα το δροσερό τους νερό. Σαλόνια, άνετα καθιστικά και «καλές κάμαρες» βαρυφορτωμένες από ένα σωρό κομψοτεχνήματα παραδόθηκαν αλύπητα στις φλόγες και νυφιάτικα δωμάτια, ευρύχωρες κουζίνες και παραγεμισμένα κελάρια άναψαν και κόρωσαν, για να καταρρεύσουν στη συνέχεια μέσα στις φλόγες και στον πύρινο χαλασμό που σάρωνε την πόλη μ’ ένα καυτό κύμα αέρα.

Η ζωή στο κέντρο της πόλης των Σερρών πριν τη καταστροφή

Ήταν λίγο μετά το μεσημέρι όταν η όμορφη βυζαντινή πολιτεία των Σερρών, μόνη κι ανυπεράσπιστη, κατακαμένη από τις φλόγες, παρέδωσε το πνεύμα. Mια τεράστια πυκνή μαύρη στήλη καπνού είχε κιόλας πάρει τον ανήφορο πάνω από τα φλεγόμενα καμπαναριά με τον σταυρό και τους μυτερούς μιναρέδες, που μάτωναν το στερέωμα με τα κοφτερά τους μισοφέγγαρα.

Ήταν Παρασκευή, 28 Iουνίου στα 1913, όταν και οι τελευταίοι βούλγαροι στρατιώτες και κομιτατζήδες εγκατέλειπαν οριστικά τα Σέρρας, καλπάζοντας μέσα σε σύννεφα σκόνης κατά τη μεριά της Δράμας…

πηγή: https://www.anexartitos.gr/29-ioynioy-1913-rekviem-gia-ta-serras-poy-chathikan

Τα www.SerraikaNea.gr είναι μια διαδικτυακή ενημερωτική πύλη με ειδήσεις που αφορούν στις Σέρρες.