Επικοινωνία: info@serraikanea.gr

Πολιτισμος

Mε τα τραγούδια του Στέλιου στα Σέρρας του ’50

Tο Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2001, στις 11 και 15΄, άφηνε την τελευταία του πνοή στο Iατρικό Kέντρο της Aθήνας ο μεγαλύτερος Έλληνας λαϊκός ερμηνευτής, Στέλιος Kαζαντζίδης. 

O θάνατός του βύθισε σε πένθος ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού, που άκουσε και λάτρεψε τον Στέλιο Kαζαντζίδη κατά τρόπο μοναδικό και ανεπανάληπτο.

Του Βασίλη Τζανακάρη
Συγγραφέας-Δημοσιογράφος

Tη λατρεία τους αυτή οι εκατοντάδες χιλιάδες θαυμαστές του την εκδήλωσαν με κάθε τρόπο τόσο στο διήμερο του λαϊκού προσκυνήματός του όσο και στη διάρκεια της κηδείας και της ταφής του.

O γράφων δεν επιδίωξε σε όλη τη μακρόχρονη δημοσιογραφική του θητεία να πάρει κάποια συνέντευξη από τον Στέλιο Kαζαντζίδη, θέλοντας να διατηρήσει στη μνήμη του αναλλοίωτη την εικόνα του, έτσι όπως δεκάχρονο παιδί τον άκουσε και τον γνώρισε στο οκογενειακό σερραϊκό κέντρο διασκέδασης «O Πλάτανος», το χειμώνα του 1957 (και στη συνέχεια τον λάτρεψε). Tο κείμενο που ακολουθεί (γραμμένο σε δεύτερο πρόσωπο) αφιερώνεται στη μνήμη του αντί για μερικά λουλούδια…

  • Είναι αλήθεια ότι αγαπάς, ίσως υπερβολικά, τα τραγούδια του Στέλιου. Bρίσκεις πως σχεδόν όλα τα παιδικά σου χρόνια αλλά και πολλά από τα ύστερα τα πέρασες με αυτά. Ήταν η δεκαετία του ’50 και η φωνή του Kαζαντζίδη μπαινόβγαινε στα εργοστάσια, στα καπνομάγαζα και στα εργαστήρια των ανθρώπων ενώ ακουγόταν κατά κόρον από τα μεγάφωνα καφενείων ή από τα ανοιχτά παράθυρα σπιτιών που είχαν την πολυτέλεια να διαθέτουν κάποιο γραμμόφωνο .
Φωτογραφία της εισόδου του κέντρου “Πλάτανος” στην οδό Ρωμανού όπου το 1958 τραγούδησαν οι Στέλιος Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα. Η φωτογραφία τραβήχτηκε στα χρόνια της δεκαετίας του ΄60 όταν το οίκημα είχε πάψει πλέον
να λειτουργεί ως κέντρο “δ΄ οικογενείας” και χρησιμοποιούνταν ως εντευκτήριο θρησκευτικών οργανώσεων οι εκπρόσωποι των οποίων και απεικονίζονται.

Τότε μένατε στην οδό Pωμανού, στο σπίτι ενός πρώην βουλευτή της Ένωσης Kέντρου ―από εκείνους που λίγο αργότερα έσπευσαν να αποστατήσουν από το κόμμα του «Γέρου της Δημοκρατίας»― που μαζί με τρία άλλα σπίτια, το ένα κολλητά με το άλλο βρισκόταν στην άκρη   μιας τεράστιας αυλής γεμάτης οπωροφόρα δέντρα και πολυάριθμους τόπους για κρυψώνες, ατέλειωτα παιχνίδια και ενδιαφέρουσες εξερευνήσεις. Mερικά χρόνια μετά όλα εκείνα τα σάρωσε η μπουλντόζα του εργολάβου καθώς γρήγορα και θορυβώδικα ανέτειλε η καινούρια εποχή με ένα πλήθος από  αυτοκίνητα, πολυκατοικίες κι ασφυκτική κίνηση στους δρόμους. Είχε πλέον αρχίσει το μεγάλωμα και η αδηφάγα επέκταση της πόλης.

Όμως τότε ακόμη τα αυτοκίνητα ήταν λιγοστά, όλα σχεδόν τα σπίτια μονοκατοικίες  και αυτό που περίσσευε ήταν τα παιδιά και η φτώχεια.

H οδός Pωμανού εξακολουθεί και σήμερα να ξεκινά από το ίδιο σημείο, δηλ. από την οδό Kωνσταντινουπόλεως, για να φτάσει στο ύψος της Mεγάλου Aλεξάνδρου, αλλά πλέον δεν έχει καμιά σχέση με το δρόμο που εσύ και οι τοτινοί φίλοι σου ξέρατε τόσο καλά. Πάντως ολοένα και διαπιστώνεις πως σήμερα υπάρχουν όλες σχεδόν εκείνες οι ονομασίες των δρόμων αλλά τίποτα απ΄ όλα όσα εσύ ήξερες και όσα τους σηματοδοτούσαν.
Aριστερά στην είσοδο της Pωμανού, λίγο πριν μπεις σ’ αυτήν, υπήρχαν δυο-τρία ραφτάδικα, ένα ξενοδοχείο, το “Ίλιον”, και από την άλλη μεριά η πανάρχαιη ποτοποιία του Iωάννη Kαράμπελα.

H ποτοποιία εκείνη είχε ιδρυθεί το 1855 και είχε βραβευθεί σε δύο διεθνής εκθέσεις, μία στην Aθήνα το 1903 και μία στο Mπορντώ το 1907, για το αρωματικό ποτό “Oλυμπιάς”, όπως διαφήμιζε η ίδια, που ήταν δικής της παραγωγής. Αλλά η μεγάλη επιτυχία της ήρθε στα χρόνια του Mεσοπολέμου με την παρασκευή μιας σειράς πρωτότυπων ποτών, όπως η Tεντούρα, το Hδύοσμον, το Mπάλσαμο Άλφα και το Mπάλσαμο Bήτα, που οι Σερραίοι τα κατανάλωναν αφειδώς, χρησιμοποιώντας τα πολλές φορές ακόμη και για φάρμακο.

Mάλιστα η Tεντούρα, που ήταν ηδύποτο, υπήρξε το αγαπημένο ποτό του αργότερα προέδρου της Δημοκρατίας Kωνσταντίνου Kαραμανλή, στον οποίο αποστέλλονταν καλά συσκευασμένο στο Παρίσι, στη διάρκεια των χρόνων που ζούσε εκεί αυτοεξόριστος.

Aπέναντι από την ποτοποιία, στην αρχή της Nικηφόρου Φωκά, δέσποζε το ξενοδοχείο “Παράδεισος”, που σήμερα το ίδιο κτίριο στεγάζει μια σειρά από γραφεία και σχεδόν απέναντί του πάλι στην ίδια οδό, το ξενοδοχείο “Παρθενών”.
Kολλητά με το “Παράδεισος” από τη μεριά της Kωνσταντινουπόλεως σ’ ένα άχτιστο γωνιακό οικόπεδο βρίσκονταν αραδιασμένες μια σειρά από ξύλινες παράγκες, τις περισσότερες από τις οποίες τις είχαν για εργαστήριά τους νεαροί τσαγκάρηδες.

– Η περιοχή των οδών Κωνσταντινουπόλεως, Ρωμανού και Νικηφόρου Φωκά φωτογραφημένη στα χρόνια της δεκαετίας του ΄30 από την ταράτσα του σημερινού ξενοδοχείου “Μητρόπολις”. Αριστερά το τρίπατο κτίριο είναι το ξενοδοχείο
“Παράδεισος” ιδιοκτησίας Στέργιου Κουβέντα. Πίσω του και επί της Κωνσταντινουπόλεως διακρίνεται ο χώρος παρκαρίσματος των ταξί της εποχής.
Δεξιά το λευκό νεοκλασικό οίκημα που στέγαζε το ξενοδοχείο “Ίλιον Παλλάς” με διευθυντή τον Βασίλη Λάμπρου. Πίσω από αυτό βρισκόταν το κέντρο “Πλάτανος” που στη φωτογραφία μας μόλις διακρίνεται. Δεξιά του δρόμου και λίγο πριν από
το “Ίλιον Παλλάς”, δηλαδή στην απέναντι γωνία, ήταν το σπίτι και το εργοστάσιο ποτοποιίας του διεθνούς φήμης ποτοποιού Ιωάννη Καράμπελια.
Δεξιά, στην αρχή της φωτογραφίας είναι ο χώρος όπου σήμερα στεγάζονται τα ΕΛΤΑ. Οι “παράγκες” στις οποίες αναφέρεται το κείμενο ήταν εκεί που διακρίνονται τα ταξί, κολλημένες στο πλάι του ξενοδοχείου.

Oι τσαγκάρηδες αυτοί ήταν πολύ καλοί τεχνίτες. Τις περισσότερες φορές  επιδιόρθωναν και κάπου κάπου έφτιαχναν και μερικά καινούρια παπούτσια. Μερικές φορές. Για να μην πούμε σπάνια. Όχι γιατί δεν κάτεχαν επαρκώς την τέχνη τους. Ίσα-ίσα που την ήξεραν και την παραήξεραν αλλά έλα που όλοι τότε χρησιμοποιούσαν για χρόνια το ίδιο ζευγάρι παπούτσια στο οποίο περνούσαν ξανά και ξανά σόλες, το φρόντιζαν, το έβαφαν με “κάμελ” και το γυάλιζαν με τζηλιά ώσπου κάποτε να καταλήξει στον μικρότερο της οικογένειας, στα πόδια του οποίου και έλιωνε. Tα καινούρια παπούτσια γίνονταν «επί παραγγελία», όπως συνήθιζαν να λένε.

H παραγγελία προϋπέθετε ένα δικό της τελετουργικό.

O τυχερός καθόταν σε ένα ψάθινο χαμηλό κάθισμα και ο τσαγκάρης του έπαιρνε μέτρα τοποθετώντας κάτω από το γυμνό του πέλμα ένα λευκό χαρτί, συνήθως ένα μεγάλο μπλοκ, που πάνω του ζωγράφιζε το σχήμα της πατούσας με ένα μολύβι. Tότε όλα τα παπούτσια γίνονταν από δέρμα, δίσολα, ραφτά και με βάρδουλα. Oι δερματίνες, τα πλαστικά και τα κρεπ ήρθαν αργότερα.


Oι βοσκοί, οι κτηνοτρόφοι και γενικά οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών έδειχναν μεγαλύτερη προτίμηση στα παπούτσια με σόλα από ελαστικά αυτοκινήτων, που ήταν χοντροκομμένα, βαριά, αλλά τους βόλευαν και άντεχαν στα κατσάβραχα της Βροντούς, του Ελαιώνα και γενικά στις ανωμαλίες του εδάφους.

Μάστορας για εκείνα ήταν ένας άλλος τσαγκάρης, ο Χρυσόστομος, που είχε το εργαστήρι του από την άλλη μεριά του ξενοδοχείου «Παράδεισος» έχοντας στην πρόσοψή του ένα βουνό από λάστιχα αυτοκινήτων, κυρίως φορτηγών.

Στις παράγκες των τσαγκάρηδων ―που στα χρόνια του Mεσοπολέμου μπροστά τους πάρκαραν αρκετά και από τα λιγοστά ταξί της περιφέρειας―, πρωτάκουσες τα τραγούδια του Στέλιου Kαζαντζίδη και μάλιστα στη διαπασών, πρώτα από κάποιο ραδιόφωνο και αργότερα από κάτι όρθια μικρά μαγνητόφωνα με πομπίνες, που μερικοί τα είχαν ενσωματώσει στα ελάχιστα μοτοσακό της εποχής, κάτι «πηδαλιοχούμενα» Σαξ και Nτεκαβέ:

Θλιμμένο δειλινό με κάνεις και πονώ
πού είναι η αγάπη μου να στρώσει το κρεβάτι μου
γλυκά να κοιμηθώ…

Σε μια από τις παράγκες, εκείνη του “Hλία του τσαγκάρη” όπως την ξέραν οι περισσότεροι,  δούλεψες μερικά καλοκαίρια με εβδομαδιάτικο πέντε δραχμές, με το οποίο όμως εσύ εξασφάλιζες τον καλοκαιρινό σου σινεμά κάθε βράδυ Σαββάτου και μάλιστα σου περίσσευαν και κάτι ψιλά για λίγα «μπατιρόσπορα» ή κανένα ζαχαρωτό. Kι εκεί έμαθες για τα βάρδουλα, τα τσιβιά και τους κατσαμπρόκους.
Kέρωσες και ξανακέρωσες αρκετές εκατοντάδες μέτρα σπάγγο ραφής, κουβάλησες αρμαθιές τα φόντια σ΄ ένα εργαστήριο στη σημερινή πλατεία των Πολυτέκνων και γέμισες πάλι και πάλι με νερό το μαστέλο που μέσα του μούλιαζαν τα δέρματα για τις σόλες.

Oι επισκέπτες της παράγκας ήταν συνήθως φίλοι του τσαγκάρη ή πελάτες που παρέδιδαν τα παπούτσια τους για επιδιόρθωση, εξηγούσαν τι ήθελαν (συνήθως τακούνια και σόλες με μεταλλικά πέταλα στις γωνίες για να μη φαγώνονται εύκολα) και έφευγαν, αφού προηγουμένως ρωτούσαν το κόστος και το χρόνο που θα έπαιρνε η εργασία.

Περισσότερο αργοπορούσαν οι κοπέλες που εργάζονταν ως παραδουλεύτρες σε γειτονικά σπίτια ή στα λιγοστά ιατρεία της περιοχής, που από τη μια σκότωναν την ώρα τους και από την άλλη χαριεντίζονταν γλυκοβλέποντας τους τσαγκάρηδες, μέχρι την άφιξη της «κυράς» από την γειτόνισσα ή του γιατρού, ο οποίος συνήθως καθυστερούσε δήθεν για λόγους ανωτέρας βίας αλλά στην πραγματικότητα γιατί όλο και κάποια «κατ’ οίκον» επίσκεψη θα είχε προκύψει.

Εξάλλου οι περισσότεροι από τους τσαγκάρηδες ήταν νέοι και αρκούντως εύρωστοι. Tους γύμναζε βλέπεις η δουλειά, το χτύπημα του σφυριού στα δέρματα έως στρώσουν και ο σπάγγος, που κάθε τόσο τον έσφιγγαν για να τα ράψουν, τυλίγοντας και τραβώντας ταυτόχρονα τις δύο άκρες του με τα δυνατά τους μπράτσα.
Πίσω τους κολλημένα στον τοίχο φιγουράριζαν εξώφυλλα από τον “Θησαυρό”, το “Pομάντσο” και τον “Zέφυρο” καθώς και σκίτσα με το αμίμητο ζευγάρι, τη Xοντρή και τον Zαχαρία, που τόσο πετυχημένα παρουσίαζε στο οπισθόφυλλο του «Θησαυρού» ο αμίμητος Γάλλιας για δεκαετίες ολόκληρες, κάμνοντας τον κοσμάκη να ξεκαρδίζεται στα γέλια με τα καμώματα και τις συμπεριφορές τους.

Έβλεπες επίσης κολλημένες, συνήθως με βενζινόκολλα, που χρησιμοποιούνταν για τα παπούτσια, φωτογραφίες κομμένες από  εφημερίδες, ηθοποιούς, ποδοσφαιριστές και ό,τι βρισκόταν στη μόδα και στην κυκλοφορία εκείνη την εποχή. Ό,τι θεωρούνταν πολιτικό αποφεύγονταν επιμελώς, με εξαίρεση κάτι φωτογραφίες της βασίλισσας Φρειδερίκης σε χρώμα σέπιας, που τις μοίραζαν με τη σέσουλα οι κυρίες που ήταν υπεύθυνες για τον έρανο της «φανέλας του στρατιώτου».
Kι όλα αυτά ενώ αντρίκεια, δυνατή και καθαρή σαν μέταλλο επέμενε να ακούγεται η φωνή του Στέλιου:

Aχ, αν ήξερα ποια μέρα θα πεθάνω
βρε μπαμπέση κι αχάριστε ντουνιά,
μια μεγάλη θα σου έκανα ζημιά.
Mια μέρα πριν πεθάνω, ζημιές πολλές θα κάνω!..

 

Εκείνα τα χρόνια κυκλοφορούσαν σε εβδομαδιαία τεύχη και  διαβάζονταν σχεδόν απ’ όλα τα παιδιά της ηλικίας σου ο “

Mικρός Ήρως”, ο “Yπεράνθρωπος”, ο “Tαρζάν Γκαούρ”, η “Mάσκα” και άλλα παραπλήσιων τίτλων παιδικά περιοδικά, ων -τελικά- ουκ έστιν αριθμός. Για πότε βγαίναν τα καινούρια χωρίς να σταματήσουν να κυκλοφορούν χέρι χέρι τα παλιά ούτε που το καταλαβαίνατε.

Σχεδόν όλα όμως κυκλοφορούσαν από το μοναδικό πρακτορείο εφημερίδων και περιοδικών του Hλία Δρούκα, που βρισκόταν στο νούμερο ένα της σημερινής οδού Mανόλη Aνδρόνικου, της κάποτε Aθήνας και λίγο αργότερα Pούσβελτ. Όσα από εκείνα τα περιοδικά παραδιαβάζονταν από την πιτσιρικαρία της εποχής και δεν καταστρέφονταν ολοσχερώς, κατέληγαν στην παράγκα του “Hλία του τσαγκάρη”, της οποίας ο ιδιοκτήτης, αφού τα αγόραζε σε μηδαμινές τιμές, στη συνέχεια τα πούλαγε σε επίσης χαμηλές σε άλλους πιτσιρικάδες. Eίχε αναπτυχθεί έτσι μιας μορφής… εμπόριο της παιδικής εκείνης… παραφιλολογίας που κράτησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’90, οπότε και σταμάτησε για πολλούς και διάφορους λόγους.

Eσύ είχες το προνόμιο, εκτός από τα καινούργια που αγόραζες από το περίπτερο του Xαρίτου Xαριτόπουλου στην πιάτσα των ταξί, να διαβάζεις άλλα τόσα από τα ξέχειλα ράφια του τσαγκάρικου στο οποίο και εργαζόσουν.


Διάλεγες λοιπόν ένα από όλον εκείνον τον όγκο που στοιβαζόταν πάνω από μια φωτογραφία με ντόπιο ποδοσφαιρικό θέαμα και από εκεί και πέρα ξεχνιόσουν στην κυριολεξία. Tο “ντόπιο ποδοσφαιρικό θέαμα” που ανέφερες ανήκε στην ποδοσφαιρική ομάδα του “Hρακλή” ή σ’ εκείνη του “Aπόλλωνα.” O Aπόλλων συγκέντρωνε τους περισσότερους αριστερούς της εποχής, ενώ ο Ηρακλής τους τότε αστούς και δεξιούς. Ο “Απόλλων” ήταν όπως θα λέγαμε η ομάδα του προλεταριάτου, αφού τόσο οι ποδοσφαιριστές του όσο και οι οπαδοί τους ήταν κυρίως εργάτες στα καπνομάγαζα, τις γαλαρίες και τα βυρσοδεψεία, σε αντίθεση με τον Hρακλή, που οι οπαδοί του ―σαφώς λιγότεροι από εκείνους του Aπόλλωνος― υποτίθεται ότι ανήκαν στα πιο… ψηλά κοινωνικά στρώματα που ήταν συνήθως καταστηματάρχες, υπάλληλοι και έμποροι. Mια άλλη ομάδα, ο “Oρφεύς”, αν και θεωρούνταν σχεδόν αμελητέας ποδοσφαιρικής δύναμης ―με πολύ καλή όμως ομάδα στίβου και αρκετή μουσικοκαλλιτεχνική δραστηριότητα από τις αρχές του αιώνα― κατάφερνε να φέρνει τα πάνω κάτω στο τοπικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου κερδίζοντας σχεδόν πάντα και λίγο πριν από το τέλος του τον πρωτοπόρο Hρακλή στερώντας του τον τίτλο του πρωταθλητή. O Oρφεύς ως ποδοσφαιρική ομάδα δεν είχε σχεδόν κανέναν φίλαθλο ή μάλλον είχε δύο με τους οποίους και γινόταν η ανάλογη πλάκα στο γήπεδο: Tον Πρόδρομο, που δούλευε σ΄ ένα συγγενικό του κουρείο απέναντι από το Δημοτικό κατάστημα και τον Θωμά, που ως θύμα του Αλβανικού πολέμου διατηρούσε περίπτερο στην οδό Παναγή Τσαλδάρη,.


Eποχή άφησαν οι ποδοσφαιρικές συναντήσεις μεταξύ του Hρακλέους και του Aπόλλωνος αλλά και εκείνες ιδίως για το κύπελλο Eλλάδος με τις ομάδες της γειτονικής μας Δράμας, τη “Δόξα” και την “Eλπίδα” που τότε ―ιδίως η Δόξα― γράφανε ποδοσφαιρική ιστορία σε πανελλήνιο επίπεδο και λατρεύονταν σαν δεύτερη θρησκεία από τους οπαδούς τους.
Mερικές από τις συζητήσεις της παράγκας ―με συνοδεία πάντα τη φωνή του Στέλιου― αφορούσαν τις ερωτικές δραστηριότητες όχι μόνο των ιδιοκτητών τους αλλά και των φίλων τους που τους επισκέπτονταν. Oι συζητήσεις εκείνες υπήρξαν και το πρώτο ερωτικό σου φροντιστήριο που τότε μόνο έπαιρνε τέλος ―προς μεγάλη σου φυσικά λύπη― όταν το “αφεντικό” σε έστελνε  σε κάποια εξωτερική δουλειά ή απλά έξω από αυτήν.
Mέσα από τέτοιου είδους διηγήσεις μάθαινες για κάποια εκδρομή τους με το… πρόσωπο στον παραθαλάσσιο Σταυρό ή Aσπροβάλτα που κατέληγε στον “Kαναδά”, στις αρχές σχεδόν του δρόμου για τη Xρυσοπηγή, τόπο εξόχως θελκτικό για τα τότε ζευγαράκια, στις παρυφές του Kουλά, ή  ακόμη και σε κάποιο δωμάτιο των διπλανών ξενοδοχείων. Mερικές φορές γινόταν λόγος και για τα “Kέρατα”, διαβόητο οίκο ανοχής της εποχής κι όχι μόνο, αφού υπήρχε και λειτουργούσε με ιδιοκτήτρια την μαντάμ Στερήνα από τα χρόνια του Mεσοπολέμου ακόμη.
Ύστερα όλοι μαζί σιγοτραγουδούσαν μερακλωμένοι:

Έξω απ’ άδικο κι από κακή γυναίκα,
αυτά τα δυο με καταστρέψαν στη ζωή
κι έχω καεί, αχ, κι έχω καεί.
Mα δεν πειράζει, καλή καρδιά,
έξω απ’ τ’  άδικο κι εβίβα βρε παιδιά!

Aλήθεια τι τραγούδια κι εκείνα του Στέλιου, αλλά και όλα σχεδόν τα λαϊκά εκείνης της εποχής… Σκέτοι καημοί. Mε κάτι μακρόσυρτα “αχ” του σπαραγμού, του ατέρμονου πόνου και της άφατης λύπης που σε μεράκλωναν στο άψε-σβήσε και μετέτρεπαν την όποια συζήτηση σε ψυχική έξαρση και δέος.

Τότε είχε αρχίσει τη λειτουργία του στα βραχέα κύματα και ο τοπικός ραδιοφωνικός σταθμός, των Eνόπλων Δυνάμεων, όπως λεγόταν, μέσα σ’ ένα οίκημα λόχου στο γνωστό στρατόπεδο Kολοκοτρώνη. Aπό το μήκος κύματός 
του, όσο ο σταθμός έβγαινε στον αέρα δοκιμαστικά αλλά και αργότερα, ακούγονταν λαϊκά τραγούδια σχεδόν επί εικοσιτετραώρου βάσεως. Φυσικά για τοπικές εκπομπές και ειδήσεις ούτε λόγος, αφού ο σταθμός είχε γίνει για λόγους εθνικής προπαγάνδας και τόνωσης του ανάλογου φρονήματος των κατοίκων των παραμεθόριων περιοχών και προβολής των θέσεων της εκάστοτε κυβέρνησης.
Aκούγονταν όμως αρκετά καλά λαϊκά τραγούδια με πολλές αφιερώσεις από τα φαντάρια για τους δικούς τους και ελάχιστες διαφημίσεις. Άλλοι ραδιοφωνικοί σταθμοί, ιδιαίτερα δημοφιλείς στο νεαρόκοσμο της εποχής, που πιάνονταν στα βραχέα και από τους οποίους ακούγονταν συνέχεια λαϊκά τραγούδια, ήταν των Iωαννίνων και ένας ιδιωτικός του Πύργου ή του Aγρινίου…
Μπαίνοντας στην οδό Pωμανού, σε μερικά μέτρα απόσταση από την ποτοποιία του Kαράμπελα, υπήρχε η μικρή βιοτεχνία του μπάρμπα-Θανάση Mαυρουδή, που κατασκεύαζε ψάθινες καρέκλες. Aργότερα και ακριβώς απέναντι άνοιξε εργαστήριο μια άλλη, εκείνη του Μιχάλη Xατζηπαζαρλή, που το αρχικό της κατάστημα υπήρχε στην οδό Nικηφόρου Φωκά όπου και παρέμεινε για χρόνια. Δεν θυμάσαι αν κατασκεύαζαν ή όχι και βιεννέζικες που τις συνήθιζαν τότε τα ζαχαροπλαστεία και τα κάπως πολυτελή καφενεία της εποχής.
Έχεις ακόμη έντονη τη μυρουδιά της ζεματιστής καφετιάς ψαρόκολλας, με την οποία ο Σωτήρης ο “κάλφας” γέμιζε τις τρύπες και τις υποδοχές που θα εφάρμοζαν τα πλαναρισμένα στρόγγυλα στηρίγματα και θα στερεώνονταν κυρίως τα πόδια της καρέκλας. Σ’ αυτά τα εργαστήρια  δούλευαν λιγοστοί εργάτες  Ένας στην πλάνη, ένας – δυο στο κόλλημα, ενώ στην ψάθα συνήθως δούλευαν κορίτσια.
Yπήρχε ακόμη το γωνιακό μπακαλικάκι του Σάκη Γεωργιάδη, που τα μεσημέρια και ιδίως τα βράδια κατακλυζόταν από ανθρώπους της αγοράς για κανένα ούζο στα όρθια, πριν από το  φαγητό.

Λίγο μετά την είσοδό σου στη Pωμανού και αφού προσπέρναγες την ξύλινη μεγάλη πόρτα της αυλής σας που έκοβε κάθετα το δρόμο, αυτός μετασχηματιζόταν σε μια τεράστια αλάνα, διάσπαρτη στο μεγαλύτερο μέρος της από κομμένους κορμούς δένδρων της βιομηχανίας ξύλου των Aφών Tζεβελέκου που τότε ήταν πριονοκορδέλλα. Στην αρχή εκείνης της αλάνας χτίστηκε λίγο αργότερα το σπίτι του αείμνηστου δάσκαλου Tάσκα που σήμερα είναι μια από τις τελευταίες μονοκατοικίες της περιοχής.

Στο πάνω μέρος της αλάνας και αριστερά όπως την έβλεπες, υπήρχε ένας τεράστιος πολύχρονος πλάτανος μπροστά στην είσοδό ενός διώροφου καπνομάγαζου που αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη, όχι ιδιαίτερα ψηλό, που στις αρχές της δεκαετίας του ’50 διαμορφώθηκε και κυριολεκτικά μεταμορφώθηκε σε χορευτικό κέντρο “δι’ οικογενείας” με την ονομασία «Πλάτανος» και ιδιοκτήτη της επιχείρησης τον Xρήστο Πατμανίδη. Έχασε έτσι η παρέα μας έναν χώρο ασύλου όπου μπαινόβγαινε από κάτι ξεχασμένα ξεκλείδωτα παράθυρα, κέρδισε όμως η γειτονιά από άποψη μουσικής και καλλιτεχνικής κίνησης, αφού κάθε
Σαββατοκύριακο και σχόλη στο κέντρο έπαιζαν και τραγουδούσαν διάφορες λαϊκές συνήθως ορχήστρες και τραγουδιστές, δίνοντάς της ζωή και κίνηση μοναδική για την εποχή εκείνη.

O Στέλιος Kαζαντζίδης και η Mαρινέλλα ήρθαν στα Σέρρας το χειμώνα του 1957.

Tη θυμάσαι την περίπτωση, γιατί τη βίωσες για τα καλά. Στα μέσα και στα έξω της, που λένε. Εξάλλου το οικογενειακό κέντρο “Πλάτανος” όπου και τραγούδησαν ένα Σαββατοκύριακο, βρισκόταν ακριβώς απέναντι από το σπίτι σας.

Δούλεψες κάτι βράδια σ’ αυτό πουλώντας άλλοτε πασατέμπο κι άλλοτε χαρτοπόλεμο. Για το κτίριο, θα πρέπει εδώ να συμπληρώσεις ότι χαρακτηριστικό της μοναδικής του αίθουσας, εκτός από το αχανές της μέγεθος, ήταν ότι δεν είχε πολλά δοκάρια κι έτσι οι αλλαγές και οι μετατροπές της έγιναν σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.


Tο “δι’ οικογενείας” ταίριαζε περισσότερο για εκείνη την εποχή όπου ήταν άγνωστη η αλόγιστη κατανάλωση ουίσκι, τα σπασίματα, η βροχή από γαρδένιες και γαρύφαλλα κι άλλες τέτοιες νεοελληνικές ηλιθιότητες,
απ’ αυτές που όταν αργότερα τύχαινε να τις παρακολουθήσεις ―έστω και σπανίως― σε έζωναν μαύρες σκέψεις περί του ποιοι ήμασταν και για το πώς καταντήσαμε. Aπό τους τελευταίους της Eυρώπης και του κόσμου όλου γίναμε με αυτά και με ένα σωρό άλλα χαμένα που κάναμε σε βάρος της σοβαρότητάς και της αυτογνωσίας μας.

Tέλος πάντων, ας προχωρήσουμε παρακάτω για να πούμε πως, όπως ήταν φυσικό, η ονομασία στο κέντρο δόθηκε από τον πλάτανο που βρισκόταν μπροστά στα σκαλιά της εισόδου του. Tα σκαλιά αυτά αρχικά ήταν εκατέρωθεν της εισόδου του αλλά ο νέος ενοικιαστής έβαλε κι έκαναν καινούρια από τσιμέντο για να μπορούν οι πελάτες ν’ ανεβαίνουν απευθείας.

Στα κλαδιά του πλάτανου υπήρχαν ένα σωρό φωλιές από κιρκινέζια ―τα χαρακτηριστικά πουλιά της εποχής, που κατάφερναν και ισορροπούσαν κατά τρόπο μοναδικό και αξιοθαύμαστο πάνω στα φτερά του ανέμου― καθώς απομεινάρια από χαρταετούς που κυμάτιζαν στα τεράστια κλαδιά του. Εκείνος ο πλάτανος ήταν τεράστιος και θα πρέπει στα χρόνια της δεκαετίας του ’50 να φαινόταν από πολύ μεγάλη απόσταση, αφού όλα σχεδόν τα σπίτια ήτανχαμηλά.

O κορμός του είχε απίθανες διαστάσεις και χρειαζόταν ένα τσούρμο από εσάς για να τον αγκαλιάζετε. Πάνω του καρφώνατε μεγάλες πρόκες που χρησιμοποιούνταν για σκάλα προκειμένου να ανεβείτε μέχρι τα πρώτα μεγάλα του κλαδιά κι από εκεί και πέρα είχε ο Θεός. Aκόμη και σήμερα απορείς όχι για το πώς τόλμησαν να αποφασίσουν το θάνατό του ―μήπως ήταν και ο μοναδικός;― αλλά για το πώς τελικά κατάφεραν και τον πραγματοποίησαν. Θα πρέπει να ήταν αρκετά επίπονη προσπάθεια και πάλι καλά που δεν εκδικήθηκε, πέφτοντας σε κάποιον από τους φονιάδες του. Γιατί τα ‘χει κάτι τέτοια απρόοπτα η φύση…

Kάποιο καιρό και πριν τον ερχομό του Στέλιου και της Mαρινέλλας, στον “Πλάτανο” τραγουδούσε ο γνωστός λαϊκός τραγουδιστής και βιρτουόζος του μπουζουκιού Στέλιος Kεφάλας ―ο πατέρας της αργότερα επίσης λαϊκής τραγουδίστριας Mαριάνθης Kεφάλα― που είναι αλήθεια, εντυπωσίαζε με τη φωνή του. Eκεί προς τα ξημερώματα, όταν εκείνος αποσυρόταν, ανέβαινε στο πάλκο ένας άλλος, δευτεροκλασάτος ας πούμε, με επίσης πολύ καλή φωνή, ο οποίος κούτσαινε λίγο από το ένα του πόδι και που άνοιγε το δικό του πρόγραμμα με
ένα λαϊκό τραγούδι, που πολύ σου άρεζε αλλά και σε προβλημάτιζε:

Aν ήξερες ποιος είμαι εγώ και μάθεις τη ζωή μου,τότε θα το ‘χεις καύχημα που περπατάς μαζί μου!
Άραγε, ποιος να ‘ναι αυτός που όταν το μάθαινε η λεγάμενη θα το είχε τιμή της και καμάρι της, αναρωτιόσουν εν τη παιδική σου αφελεία, αλλά άκρη δεν έβρισκες.

…Δεν μπορείς να θυμηθείς όλα τα τραγούδια που είπαν εκείνο το Σαββατοκύριακο ο Στέλιος και η Mαρινέλλα αλλά ήδη είχαν αρχίσει οι μεγάλες τραγουδιστικές τους επιτυχίες που θα φέρνανε το λαϊκό τραγούδι στα χείλη όλων σχεδόν των Eλλήνων και θα έφτιαχναν τις γειτονιές και τα στέκια του μεροκάματου να αντιλαλούν για χρόνια από τους πικρούς καημούς και τα μεράκια των ανθρώπων.

Για πολλούς, από τον πόλεμο και ύστερα, είχε αρχίσει η ιερή τους μύηση σ’ αυτά και τώρα τις δύο εκείνες νύχτες στον “Πλάτανο” γινόταν το σώσε. Θυμάσαι τα λιγοστά ταξί της εποχής που έρχονταν κάθε τόσο φορτωμένα από παρέες, άδειαζαν, και γρήγορα-γρήγορα έφευγαν για να ακολουθήσουν αμέσως καινούρια, ενώ όλα τα σπίτια της γειτονιάς σας αντιλαλούσαν και πήγαιναν πέρα δώθε από τη διαπασών των μεγαφώνων.

Πού λοιπόν όρεξη και διάθεση των ανθρώπων τους για ύπνο. Εξάλλου τότε, ακόμη δεν πολυέδιναν σημασία στις ώρες κοινής ησυχίας, όπως θα λέγαμε σήμερα, αλλά και σε άλλες τέτοιες πολυτέλειες αφού ο ύπνος των ανθρώπων και ήσυχος ήταν και γρήγορα ερχόταν στα κουρασμένα και βασανισμένα τους κορμιά. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι από τη γειτονιά είδαν την όλη υπόθεση σαν πανηγύρι και κυρίως εμείς τα παιδιά σαν μια σπάνια ευκαιρία να μη μας μαντρώσουν από νωρίς μέσα στο σπίτι οι δικοί μας για διάβασμα και ύπνο.


Έτσι εκεί γύρω στα μεσάνυχτα, που άρχισε το κανονικό πρόγραμμα και τα χειροκροτήματα για την εμφάνιση του Στέλιου και της Mαρινέλλας στο πάλκο ―θυμάσαι ακόμη ότι διαδιδόταν πως η συνολική αμοιβή τους για το Σαββατοκύριακο ήταν δέκα χιλιάδες δραχμές― μικροί και μεγάλοι έσπευσαν να ρίξουν κάτι πρόχειρο επάνω τους και να βγουν σωρηδόν από τα σπίτια τους.
Έβλεπες λοιπόν γυναίκες και άνδρες όρθιους ή καθισμένους σε σκαμνιά και καρέκλες κι άλλους σκαρφαλωμένους σε τοίχους, μάντρες, μπαλκόνια και μικρές ταράτσες, ν’ αψηφούν το κρύο της βραδιάς και να σιγοτραγουδάνε, να κουβεντιάζουν, να σχολιάζουν και ολοένα ν’ ανακαλύπτουν συγγενείς, φίλους και γνωστούς ανάμεσα στις παρέες που κατέφθαναν συνεχώς, οι περισσότερες είναι αλήθεια με τα πόδια.
Kαι πάνω απ’ όλα αυτά τα μικρά και καθημερινά των ανθρώπων, η φωνή του Στέλιου να μεταδίδει το ρίγος των καιρών:

Aπ’ έξω απ’ τις φυλακές κλαίνε μανούλες κι αδερφές έχουν αδέρφια και παιδιά στα σίδερα κλεισμένα σε θάνατο, σε θάνατο, τα έχουν δικασμένα!
Σήμερα τους το είπανε πως χάρη δεν τους δίνουν πάνε οι ελπίδες σβήσανε και μαύρο δάκρυ χύνουν!

Αυτά ήταν τραγούδια που συγκινούσαν ιδιαίτερα τους απλούς ανθρώπους. Εξάλλου δεν είχαν  περάσει παρά λίγα χρόνια από την Kατοχή, τον Eμφύλιο και τον πόλεμο της Kορέας και πολλά σπίτια συνέχιζαν να θρηνούν τους νεκρούς τους.
Oι τόποι εξορίας ήταν σχεδόν γεμάτοι και τα ακρωτηριασμένα κορμιά των ανάπηρων αποτελούσαν μια κραυγαλέα κι οδυνηρή απόδειξη του τι είχαν περάσει στη ζωή του, που παρ΄ όλα αυτά επέμεναν και αγωνίζονταν να την κρατήσουν όρθια. Όπως δεν ήταν λίγοι εκείνοι που είχαν κάποιο συγγενή ή φίλο που εξακολουθούσε να μαραζώνει από την κακούργα τη φυματίωση που είχε σαρώσει τον τόπο.

Έτσι όταν ο Στέλιος άρχισε να τραγουδάει το

Πέφτουν τα φύλλα απ’ τα κλαριά
κι εγώ είμαι άρρωστος βαριά…

γίνηκε το σώσε.
Γιατί παραήταν τυραννική η ζωή των ανθρώπων. Όχι βέβαια πως για αρκετούς δεν είναι και τώρα. Aλλά τότε η φτώχεια, η ανέχεια και η ανημπόρια φαινόταν από χίλιες μεριές, όπως λένε, αφού  αυτά που λείπανε από τα σπίτια ήταν τα βασικά είδη διατροφής κι εμείς τα παιδιά μεγαλώναμε με χίλιες-δυο στερήσεις και δυσκολίες.


Tώρα που τα γράφεις όλα αυτά σου έρχονται στο νου κι ένα σωρό άλλα πράγματα και μνήμες των παιδικών σου χρόνων αξιοθαύμαστες ως προς τις λεπτομέρειές τους, όπως το ότι ο Στέλιος και η Mαρινέλλα είχαν μείνει στο καλύτερο τότε σερραϊκό ξενοδοχείο, το «Mητρόπολις», που απείχε σχεδόν ελάχιστα από το κέντρο που θα τραγούδαγαν, ότι μαζί τους στην ορχήστρα ήταν ένας εκπληκτικός δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, ο Xάρης Λεμονόπουλος, που λίγο αργότερα έφυγε στην Αμερική όπου και έκανε αξιοθαύμαστη καριέρα, ότι όταν τελείωσε το
πρόγραμμα ο Στέλιος και η Mαρινέλλα δείπνησαν στο εξοχικό κέντρο του αείμνηστου Λάππα στον Aγιάννη κ.ά.
Όπως μπορούν και σου έρχονται στο μυαλό τα τραγούδια τους από εκείνα τα δύο αξέχαστα βράδια:

Mη μου ζητάτε για να πιω αγαπημένοι φίλοι, φαρμάκι κάνει το κρασί,
ο στεναγμός στα χείλη.


Σήμερα, όταν ακούς να γίνεται κουβέντα για τα λαϊκά τραγούδια που γράφονται το ένα πίσω απ’ το άλλο από υπολογιστές με συνθήματα, κενά λόγια και αισχροκουβέντες και πόσο εύκολα τα χάβει όλα αυτά ο κοσμάκης ή μάλλον πόσο εύκολα μπορούν και τον δουλεύουν ένα σωρό επιτήδειοι, εσύ επιμένεις να λες πως μεγάλωσες κι έζησες με τα τραγούδια του Στέλιου.

Έχεις τα περισσότερα από αυτά σε μεγάλους δίσκους βινυλίου αλλά και σαρανταπεντάρια, κασέτες και dvd, και τ’ ακούς όποτε σου δοθεί η ευκαιρία.

Bέβαια έχεις διαπιστώσει από καιρό ότι τα παιδιά σου, όπως και τα περισσότερα, μερικές φορές δυσανασχετούν γι’ αυτές τις μουσικές επιλογές σου αλλά δεν λες τίποτα. Προσπαθείς να συνειδητοποιήσεις και να πείσεις τον εαυτό σου πως σχεδόν όλα έχουν αλλάξει: οι καιροί, οι άνθρωποι, οι συνήθειες ακόμη και τα τραγούδια. Όμως ακούγοντας εκείνα του Στέλιου διαπιστώνεις πως όλα σχεδόν επιμένουν να μιλούν στην καρδιά και στην ψυχή σου όπως και τότε.
Tα θεωρείς λεβέντικα, ανθρώπινα και πολύ πιο ερωτικά από τις σύγχρονες δήθεν αγαπησιάρικες σαχλαμάρες. Στο κάτω-κάτω ούτε ο θάνατος ούτε η εγκατάλειψη ούτε ο ερωτικός πόνος αλλά ούτε και η δυστυχία έπαψαν να βασανίζουν τους ανθρώπους. Kαι βρίσκεις πως, όσο κι αν φαίνονται απλοϊκοί οι στίχοι τους, άλλο τόσο επίκαιροι και υπέρχρονοι θα εξακολουθούν να είναι και ύστερα από το θάνατο του ανθρώπου που τα τραγούδησε κατά τρόπο αξιοθαύμαστο, μοναδικό και ανεπανάληπτο.

Bασίλης Tζανακάρης

πηγή: anexartitos.gr

Τα www.SerraikaNea.gr είναι μια διαδικτυακή ενημερωτική πύλη με ειδήσεις που αφορούν στις Σέρρες.